Βάλαμε και σύνορα. Και φράχτες στις καρδιές μας. Μοιράσαμε τον κόσμο λες και είναι τσιφλίκι μας. Σέρνει μια λύπηση η ουρά των ανθρώπων. Λύπηση και στωικότητα. Να παραδίδεις την τύχη σου στο τυχαίο! Φαντάσου παράδοση! Κι ύστερα χιλιάδες ταμπέλες και λεζάντες και επιγραφές φωτεινές σαν αγκίστρι κι εσύ, άνθρωπε, να τσιμπάς για ένα δόλωμα!

Συνηθίσαμε στην εικόνα. Το πιο επικίνδυνο από όλα είναι αυτό. Όταν κάνει λύπη βρίσκεις άμυνες. Δε μπορεί αλλιώς η ανθρώπινη φύση. Μα η μούχλα είναι από το μέσα σου. Δεν καθαρίζει. Μέσα στην αιωνιότητα οι νύχτες σου είναι κόκκος άμμου. Ήρθες με άδεια χέρια και πάλι ίδιος θα φύγεις. Να βολευτείς μονάχα. Να βρεις απάγκιο. Οι άλλοι θα βρουν το δικό τους. Έχει ο θεός του καθενός!

Μας βλέπω πνιγμένους. Η αδιαφορία μας πνίγει. Οι άνθρωποι όταν φεύγουν κουβαλούν ένα μικρό βαλιτσάκι. Ξεκρεμούν το εικονοστάσι και κατεβάζουν τα στέφανα. Τα θέλουν μαζί τους. Κι εκείνο το δαχτυλίδι της γιαγιάς, το κειμήλιο. Ιερά τα κειμήλια. Μην τα βάζεις μαζί τους. Έχουν την ιστορία τους αποκούμπι, μαξιλάρι. Είναι εκείνα που κρατάμε όταν ξαπλώνουμε σε εμβρυακή στάση στο πάτωμα και ψάχνουμε τρόπο να απαλύνουμε τον πόνο από τις απουσίες. Ζεσταίνεται η ψυχή από την ανάμνηση.

Τα παιδιά συνέχεια ρωτούν: «Φτάνουμε;» Πόσο αγαπούν εκείνη την ερώτηση. Κι εγώ πάντα ρωτούσα τον πατέρα μου. Κι εκείνος πάντα έλεγε το ίδιο: «Κάνε λίγο υπομονή.» Από τύχη εμείς πάντα φτάναμε. Κι εσείς το ίδιο. Ακίνδυνες οι νύχτες και οι μέρες μας. Από τύχη! Πολλές όψεις το δράμα! Πτυχές αμέτρητες. Συνηθίσαμε και την ερώτηση: «Πόσοι πνίγηκαν σήμερα;» Συνηθίσαμε και την απάντηση. Αυτό είναι πιο άτιμο. Λαλίστατοι γίναμε όλοι. Πίνοντας καφέ και παίζοντας τάβλι μαζί με τις εξάρες μετρούμε και τις δυστυχίες που δεν είναι δικές μας. Μακριά από εμάς!

Κι εσύ που ήθελες κάποτε να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει να περιμένεις. Θα ΄χει ακόμα για πολύ τη λύπη του «εγώ». Μόνο κάτι γιαγιάδες θα πλέκουν σκουφιά και κάλτσες, θα ταΐζουν τα μωρά με μπιμπερό στην αγκαλιά τους, θα φέρνουν κουβέρτες να ζεστάνουν τους πνιγμένους για να ταξιδέψουν ζεστοί στους τόπους που ονειρεύτηκαν μα δεν κατάφεραν να φτάσουν. Κι εμείς όλοι οι υπόλοιποι θα στείλουμε μια κούτα γάλατα και μια κουβέρτα να κατευνάσουμε τις τύψεις μας και να κοιμηθούμε ήσυχοι που κάναμε πάλι το χρέος μας στην ανθρωπότητα.

Ό,τι σου πω να μείνει μεταξύ μας! Τα σινιάλα μας ήταν λάθος. «Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη.» Κουβάρι τα χρόνια κι εμείς παραδώσαμε την τύχη μας σ΄ εκείνη την ανέμη. Τι σοφό!! Να μείνει μεταξύ μας, σε παρακαλώ. Κάνε ησυχία! Η ανθρωπότητα κοιμάται. Η ιστορία γράφει πως οι μεγάλοι και σπουδαίοι συνεδριάζουν μήνες τώρα για να βρουν λύση. Φορούν τα ακριβά τους σακάκια και τις γραβάτες και αγορεύουν. Υποκλιθείτε στο μεγαλείο τους! Δεν κοιμούνται, δεν τρώνε, μονάχα αγορεύουν και ψάχνουν λύση! Οι φράχτες καλά κρατούν! Δεν κινδυνεύουν. Τους προστατεύουν τα σύνορα και οι γραβάτες. Εκείνοι παίζουν σε άλλο έργο. Το λες και θρίλερ!

Έχει μια λύπηση η ουρά των ανθρώπων. Λες και κάνουν παρέλαση μπροστά από τους επισήμους της ζωής. Μόνο που όταν περνούν από εκεί γυρνούν το κεφάλι τους από την άλλη. Μη χαλάσουν την αισθητική τους τα παιδιά που πνιγμένα φαίνονται στα μάτια τους…

Σχόλια

X