Ή μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς -τα μπερδεύουν όλα και πεινασμένοι γι’ αυτό που λέγαμε, την αληθινή ζωή- τα περιμένουν όλα μονάχα απ’ τον έρωτα; Ή μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας -ξεμάθαμε ν’ αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει- και διαολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;

Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. Έμαθα, πως είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ’ναι πολύ σπάνιο πράμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που τα θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν -ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν απ’ αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν -να μην τον προδώσουν. Κ’ έτσι κι αλλιώς η πίκρα πάντα μένει. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ’ αγαπημένο πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως είταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι’ αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω και εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος -που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα -και χάθηκε.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, εκδόσεις Ροδακιό

Σχόλια

X