Ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες είναι η ζωή.

Συνάντησα τον Οδυσσέα μέσα στις θάλασσες και στους ωκεανούς.

Μου είπε πως θα χει τρικυμία μεγάλη στη πορεία και πως θ’ αργήσουμε να δούμε την Ιθάκη.

Συνάντησα και τον Καβάφη,

μου είπε:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Γύρισα και τον κοίταξα και του είπα πως την φοβάμαι την μεγάλη τρικυμία,

πως φοβάμαι τα γιγάντια τέρατα που θα συναντήσω στη ζωή.

Είναι επικίνδυνα εκεί έξω και το ταξίδι αυτό δεν ξέρω που θα με βγάλει.

Ταξιδεύουμε σ’ ένα καράβι ξύλινο,

μας χτυπάνε τα κύματα, μας διαλύουν, μας αφήνουν γυμνούς κι

ανυπεράσπιστους,

έτσι όπως δεν προνόησε και ο Επιμηθέας για τους ανθρώπους και

βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι και γυμνοί

Που λες, ο Επιμηθέας βέβαια δεν ήταν και πολύ σοφός·

έτσι δεν πήρε είδηση πως ξόδεψε όλες τις χάρες στα άλογα ζώα·

του έμενε ωστόσο αφρόντιστη ακόμα η ράτσα των ανθρώπων – και δεν

ήξερε τι να κάνει.

Την ώρα που εκείνος καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα, έρχεται ο

Προμηθέας για να επιθεωρήσει τη μοιρασιά.

Και βλέπει τα άλλα ζώα εφοδιασμένα με όλα κι όπως τους ταίριαζε,

τον άνθρωπο όμως γυμνό και ξυπόλυτο, δίχως σκεπάσματα και αρματωσιά·

είχε φτάσει κιόλας η μέρα που όρισε η μοίρα να βγει κι ο άνθρωπος

από τη γη στο φως του ήλιου.

Έτσι ανυπεράσπιστοι παραμένουμε ακόμα, είπα στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα.

Είμαστε ανυπεράσπιστοι μπροστά στα γιγάντια κύματα της ζωής

όπως ανυπεράσπιστοι είμαστε και μπροστά στον θάνατο.

Μα κατά παράδοξο τρόπο η τρικυμία με τραβάει,

θέλω να μπω και γω μέσα, να με καλύψουνε τα κύματα

κι ύστερα να ξαναβγώ στην επιφάνεια, νικήτρια.

Γιατί έτσι είναι η ζωή.

Παλεύεις με τα κύματα σ’ ένα ταξίδι που δεν ξέρεις πώς θα καταλήξει.

Περνάς μέσα από χίλια κύματα, ισοπεδώνεσαι σωματικά και ψυχικά.

Μονάχα αυτό μετράει όμως, κι αυτό είναι πως πάλι κατάφερες να βγεις στη στεριά, είσαι ολοζώντανος.

Και τότε πάλι ο Καβάφης γύρισε και μου είπε:

 Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Χτυπάει η καρδιά, ακούγεται η ανάσα.

Ησύχασε τώρα, όνειρο ήταν.

Είσαι ζωντανός, τα κατάφερες.

 

 

 

Σχόλια

X