Είμαστε εγωιστικά όντα οι άνθρωποι. Νιώθουμε πώς έχουμε την υπεροχή απέναντι στο κάθετι, ότι είμαστε το «θριαμβεύον» είδος ανάμεσα σε χιλιάδες είδη που έχουν ζήσει και ζουν. Περνάμε τη ζωή μας σαν να είναι φτιαγμένη για να διαρκέσει για πάντα, μάντεψε όμως. Εμείς δημιουργήσαμε το χρόνο, και ο χρόνος μας, κάποια στιγμή θα τελειώσει. Το «για πάντα» του καθένα ξεκινά να μετρά όταν γεννιέται και τελειώνει όταν πεθαίνει, την ίδια στιγμή όμως το «για πάντα» κάποιου άλλου συνεχίζεται.

Κι ο κύκλος τελειωμό δεν έχει. Μπορείς να το αλλάξεις; Δεν μπορείς. Δεν είσαι θεός, όσο κι αν ορισμένες φορές το πιστεύεις. Ένας φίλος είχε πει κάποτε: «Έχω να ζήσω 50, 60 χρόνια. Ξέρω ότι δεν θα αλλάξω τον κόσμο, θα κάνω όμως ό,τι καλύτερο μπορώ για να φύγω γεμάτος. Για να ξέρω ότι προσπάθησα, για να μην είμαι απλά ένας από τα δισεκατομμύρια ανθρώπων που γεννιούνται, δουλεύουν και πεθαίνουν».

Είναι κάτι βράδια, που δεν μπορώ να ανασάνω. Κι αν τελειώσουν όλα σήμερα; Τι θα γίνει με όσα θέλω να κάνω και δεν έχω προφτάσει; Ναι, τότε δεν θα με νοιάζει. Με νοιάζει όμως τώρα. Με νοιάζει για το όνειρο που δεν ακολούθησα, για την ευκαιρία που άφησα να περάσει, για τους ανθρώπους που δεν βοήθησα ενώ μπορούσα, για τους ανθρώπους που δεν κράτησα, ενώ το ήθελα τόσο πολύ.

Με νοιάζει και για σένα. Για εσένα, που με έκανες να φοβάμαι κάθε επόμενη μέρα που θα έρθει, μήπως είναι η τελευταία. Όχι για τον εαυτό μου, αυτό δεν έχει και μεγάλη αξία, πια. Για εμάς. Για τη ζωή που είδα να απλώνεται μακριά, και όμορφη, μπροστά μου μέσα από τα μάτια σου. Τώρα δεν είσαι εδώ, νιώθω όμως καλά. Νιώθω καλά πιστεύοντας ότι θα ζήσω μέχρι το τέλος του κόσμου, όταν όμως ξέρω ότι το τέλος του καθενός μας ξεχωριστά θα έρθει πολύ πιο σύντομα, τρέμω, στη σκέψη να μην ξαναδώ όλη την ομορφιά του κόσμου κλεισμένη σε δυο σκούρα μεγάλα μάτια. Τρέμω, μη δεν προλάβω να γίνω πραγματικά άξιος να σταθώ κοντά σου, δίνοντας όσα μπορώ να δώσω και όχι όσα πίστευα ότι είναι αρκετά.

Από πάντα μου άρεσε να κάνω μεγάλες βόλτες και να παρατηρώ τον κόσμο. Έτσι έμαθα να καταλαβαίνω λίγο περισσότερο τι κρύβει ο καθένας μέσα μας. Τον τελευταίο καιρό οι «εξορμήσεις» αυτές έχουν γίνει μάλλον καθημερινότητα, πάντοτε όμως με το ίδιο πικρό συμπέρασμα. Αυτό που εξέφραζε ο Μαρξ μέσω του Ζινν* και ο Ζινν μέσω του Μαρξ: Αποξενωνόμαστε, από τη φύση. Αποξενωνόμαστε, από τους άλλους. Και αποξενωνόμαστε, από τους ίδιους μας τους εαυτούς. Δεν φταίμε εμείς, το ‘χει η φύση μας να τρέχουμε για μια όμορφη, πετυχημένη αν προτιμάς, ζωή, ξεχνώντας τη ζωή που λίγο λίγο αφήνουμε πίσω μας.

Όμως αδερφέ μου, όσο μακρύς κι αν σου φαίνεται ο δρόμος, κάποια στιγμή έχει αδιέξοδο. Είτε βγάλεις εκατομμύρια, είτε ζεις σε κοινόβιο, στο ίδιο αδιέξοδο θα φτάσεις. Είναι, βέβαια, δική σου επιλογή το μέσο γι αυτήν την κούρσα προς τον τοίχο, δεν θα σου πω εγώ την καλύτερη επιλογή. Θα υποθέσω ότι ήδη την ξέρεις, κι αν έχεις φτάσει και διαβάζεις ακόμα, θα υποθέσω ότι δεν την έκανες. Δεν πειράζει, ποτέ δεν είναι αργά, παρά μόνο μέχρι να είναι τόσο αργά που δεν υπάρχει γυρισμός.

Αυτό το κείμενο δεν είναι μια προτροπή να κυνηγήσεις τα όνειρα σου. Δεν θέλει να σε ξυπνήσει. Διάολε, δεν είναι σκοπός του ούτε καν να σου κινήσει το ενδιαφέρον. Ο γράφων αυτές τις λέξεις είναι ίσως ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτές τις καταστάσεις. Αν βρίσκεις όμως έστω κι ένα μικρό κομμάτι του εαυτού σου στις παραπάνω λέξεις, ίσως είναι καιρός να περάσεις και στις πράξεις. Καλή η ζωή που σου έδωσαν, μήπως όμως να τη φέρεις στα δικά σου μέτρα; Δεν ξέρω το επόμενο τρένο που θα με βγάλει, σε ποιο σταθμό. Ξέρω όμως ότι, όπως έλεγε και ένα τραγουδάκι, με το μικρό, τόσο δα ποτήρι που μου δώσαν, θέλω να πιω σε μια γουλιά όλη την ομορφιά του κόσμου.

*Howard Zinn, συγγραφέας του θεατρικού έργου «Ο Μαρξ στο Σόχο» (1999)

Στοιχειωμένος Σπίτης

Σχόλια

X