Κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό και κατεβαίναν στο υπόγειο να βάλουν κρασί από το βαρέλι γκρίνιαζε. «Τι θα γίνεις με αυτές τις κούτες; Θα τα ξεκαθαρίσετε ποτέ; Μόνο χώρο πιάνουν. Αφού δεν τα χρειάζεστε πια να δείτε τι θέλετε να κρατήσετε και τα άλλα να πάνε στα σκουπίδια.» Πού να του εξηγήσει τώρα ότι δύσκολα ανοίγεις σημειώσεις και αναμνήσεις από τα σχολικά χρόνια. Θα ξεπηδούσαν όλα τα φαντάσματα, τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, ο κόσμος της παιδικής, ανέμελης και αθώας ηλικίας που απείχε παρασάγγας από αυτό που ζει. Κάθε φορά του έδινε εκείνη την υπόσχεση του «καλά» που όμως δεν είχε σκοπό να κρατήσει.

Την τελευταία φορά που πήγε ήταν αποφασισμένος. «Αν δεν δεις τι θα τα κάνεις θα τα πάω όλα στα σκουπίδια. Θέλω να βάλω το καινούριο βαρέλι και δεν έχω χώρο.» Έκανε εκείνο το βήμα αναγκαστικά. Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα κι έφτασε στο υπόγειο. Άρχισε να ανοίγει τις κούτες με ευλάβεια και προσοχή λες κι επρόκειτο να κάνει μια χειρουργική επέμβαση. Δεν είχε σκοπό να πετάξει τίποτα. Είδε τις παιδικές ζωγραφιές, τα πρώτα ορνιθοσκαλίσματα που πετούσαν σε ένα δικό τους ουρανό, το τετράδιο της αντιγραφής με τη ζωγραφιά της ημέρας! Πόσο τους ζήλευε τότε τους καλλιτέχνες! Ποτέ δεν ήταν οικείο το χέρι της στο πινέλο των ζωγράφων. Γι’ αυτό αργότερα αγάπησε όλους εκείνους που έκαναν αφηρημένη τέχνη. Το συγκεκριμένο πάντα τη ζόριζε!

Κι εκεί ανάμεσα στη σκόνη και τη μυρωδιά του κρασιού από το βαρέλι βρέθηκε μπροστά της ένα μπλε τετραδιάκι με εκθέσεις ε’ δημοτικού. Άρχισε να το ξεφυλλίζει και η καρδιά της χοροπηδούσε. Το μάτι της έπεσε σε ένα θέμα τετριμμένο και πολυφορεμένο: «ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΩ». Τι ήθελε αλήθεια να γίνει τότε;

«Όταν η γιαγιά έπλεκε τις πλεξούδες, στα μάτια μου τα χέρια της αποκτούσαν μαγικές ιδιότητες. Ζήλευα που έφτιαχνε τόσο ωραίο σχήμα στα μαλλιά. Έλεγα πως όταν μεγαλώσω θα γίνω κομμώτρια. Αργότερα όμως που έμαθα να διαβάζω και να γράφω και άκουγα όμορφες ιστορίες από τον παππού άλλαξα γνώμη. Τώρα είμαι σίγουρη! Θα γίνω συγγραφέας. Θα βάλω ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο να μπαίνει φως, θα παρατηρώ τους ανθρώπους και θα γράφω τις ιστορίες τους. Θα φορώ τα μυωπικά μου γυαλιά για να βλέπω καλύτερα και ό,τι ακούω θα το καταγράφω. Θα είμαι τόσο πολύ ευτυχισμένη που δε θα χρειάζομαι τίποτα άλλο.»

Στην κάτω μεριά της σελίδας υπάρχει η παρατήρηση του δασκάλου: «Σας ζήτησα να γράψετε κάτι πραγματικό. Είσαι εκτός θέματος. Ο συγγραφέας δεν είναι επάγγελμα.»

Κλείνω το τετράδιο και μένω εκεί μέσα στη σκόνη, στη μυρωδιά του κρασιού, στις αναμνήσεις μου. Με βλέπω μπροστά μου με πλεξούδες μακριές και μυωπικά γυαλιά. Το είδωλο μου καθρεφτίζεται στο παράθυρο με κοντά μαλλιά και χωρίς γυαλιά. Ένα τσιγάρο δρόμος από το χθες. Τώρα πια λέω πως όταν μεγαλώσω θα γίνω φαροφύλακας. Τάχα μου δεν ξέρω ότι οι φάροι ανάβουν πια μόνοι τους.

Δεν πέταξα τίποτα. Άφησα τις κούτες στη θέση τους. Στον πατέρα μου είπα ότι με πείραξε η σκόνη λόγω της αλλεργίας. Υποσχέθηκα ότι κάποια στιγμή θα τα τακτοποιήσω. Όταν τακτοποιήσω και τη ζωή μου…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X