Εκ πρώτης όψεως, είναι προφανές σε τι παραπέμπουμε όταν αναφερόμαστε στην έννοια της ποινικής δίκης. Ωστόσο, η ποινική δίκη είναι δεκτική πολλών ορισμών. Με τη νομική έννοια του όρου, είναι μια αυστηρά καθορισμένη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας με σκοπό την απονομή δικαιοσύνης. Η λειτουργία της προϋποθέτει τη μόνιμη εκχώρηση στην Πολιτεία του δικαιώματος της αυτοδικίας  και, σε περίπτωση καταδίκης, οδηγεί στην επιβολή συμβολικών ποινών, στερητικών ή μη της ελευθερίας. Κοινωνιολογικά μιλώντας, είναι η κατ’ εξοχήν έκφραση της κρατικής εξουσίας επί των πολιτών και κατοίκων ενός κράτους. Ανθρωπολογικά μιλώντας, είναι η απεικόνιση της κοινωνίας, με τις αδυναμίες, τα πάθη, αλλά και τις μεγαλειώδεις εξάρσεις των μελών της.

Ανεξαρτήτως ορισμού, η ποινική δίκη εμπεριέχει στοιχεία θεατρικής παράστασης, με προκαθορισμένο χώρο, σκηνικό και διανομή ρόλων. Στο πλαίσιο της σκηνικής παρουσίασης, έχουν καθοριστική σημασία οι συμβολικά φορτισμένες θέσεις ανωτερότητας των κριτών – δικαστών ή και ενόρκων – στην έδρα και κατωτερότητας όσων κάθονται στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Η συναισθηματική φόρτιση των θυμάτων, των κατηγορούμενων και, ενδεχομένως, του ακροατηρίου συνυπάρχει με τη ψυχολογική ένταση των μαρτύρων και τη φραστική και σωματική θεατρικότητα των παρεμβάσεων και αγορεύσεων των συνηγόρων.

Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, αυτή η πολυεπίπεδη συγκρουσιακή σχέση κράτους-κατήγορου με ιδιώτες-κατηγορούμενους οφείλει να διεξάγεται δημόσια ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία των κρατικών λειτουργών. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη δημοσιότητα της ποινικής δίκης εξασφαλίζεται αφενός με την ύπαρξη ακροατηρίου και, αφετέρου, με την παρουσία δημοσιογράφων που εγγυώνται την ενημέρωση του κοινού για τα τεκταινόμενα εντός του δικαστηρίου ή και στα πέριξ.

Η ύπαρξη ακροατηρίου δεν είναι όμως αυτοσκοπός. Πρώτον, ο αριθμός των παρευρισκομένων στο ακροατήριο δεν πρέπει να είναι συμβολικός διότι αυτό ευτελίζει τον λόγο ύπαρξης του ακροατηρίου. Δεύτερον, εάν το ακροατήριο δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη δίκη ακούγοντας ευκρινώς όσα διαμείβονται, μετατρέπεται σε ακούσιο άλλοθι συνταγματικότητας μιας ουσιωδώς αντισυνταγματικής δίκης. Το ζήτημα της απαξίωσης της αρχής της δημοσιότητας από τη δικαστική εξουσία έχει εγερθεί πολλές φορές λόγω ελλιπούς εξοπλισμού – ανύπαρκτα ή ελαττωματικά μικρόφωνα στην έδρα – ή λόγω απροθυμίας των δικαστικών λειτουργών να μιλούν σε μικρόφωνο, χωρίς ωστόσο να έχει ποτέ προκληθεί διακοπή δίκης εκ μέρους του ακροατηρίου γι’ αυτό τον λόγο.

Ούτε είναι αυτοσκοπός η παρουσία δημοσιογράφων εντός της δικαστικής αίθουσας εάν αυτοί δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν όλη τη δίκη ώστε να μπορούν να σχηματίσουν μια σφαιρική εικόνα της διεξαγωγής της και να ενημερώσουν ανάλογα το κοινό τους. Όταν η τήρηση των υγειονομικών πρωτόκολλων για την πανδημία  συνεπάγεται τη συνεχή εναλλαγή ελάχιστων δημοσιογράφων για την κάλυψη μιας δίκης έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η δίκη για τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου, αντί για την ανεύρεση επαρκώς μεγάλης δικαστικής αίθουσας, η δικαστική εξουσία απαξιώνει, από άλλη οπτική γωνία, τη συνταγματική αρχή της δημοσιότητας.

Στις εύλογες και βάσιμες διαμαρτυρίες των δημοσιογράφων προστέθηκαν αυτές των φωτορεπόρτερ επειδή αποκλείστηκαν από την αίθουσα διεξαγωγής αυτής της δίκης. Οι διαμαρτυρίες των φωτορεπόρτερ έτυχαν ευρείας στήριξης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφήνοντας να διαφανεί μια εξίσωση της δημοσιογραφικής ενημέρωσης μέσω λόγου με την αντίστοιχη μέσω εικόνας. Θεωρήθηκε ότι ο λόγος εξομοιώνεται με την εικόνα έχοντας ως κοινό παρονομαστή την ενημέρωση του κοινού και, κατ’ επέκταση, την τήρηση της αρχής της δημοσιότητας της δίκης.

Το ζήτημα είναι ότι αυτό το σκεπτικό παραγνωρίζει τις ισορροπίες που οφείλουν να τηρούνται κατά τη διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης προκειμένου αυτή να μην αποκλίνει του στόχου της. Εν προκειμένω, η ύπαρξη ακροατηρίου είναι μεν υποχρεωτική αλλά το ακροατήριο είναι, με τη σειρά του, υποχρεωμένο να παραμένει σιωπηλό και, στο μέτρο του δυνατού, ακίνητο ώστε να μη παρεμβαίνει στα τεκταινόμενα. Η απουσία κίνησης και ήχου εκ μέρους των δημοσιογράφων τους καθιστά εξίσου “αόρατους” ως προς τη διεξαγωγή της δίκης. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν μπορούν, εξ ορισμού, να ισχύσουν για τους φωτορεπόρτερ καθώς η κίνηση του σώματος για την ανεύρεση κατάλληλης γωνίας λήψης και ο ήχος του κλείστρου της φωτογραφικής μηχανής συνιστούν αντίστοιχα οπτικές και ηχητικές παρεμβάσεις ικανές να διαταράξουν π.χ. τη ψυχολογία των μαρτύρων.

Σε άλλες χώρες, η φωτογράφιση της διεξαγωγής ποινικής δίκης απαγορεύεται ρητά και η απεικόνιση των τεκταινόμενων γίνεται μόνο με σκίτσα. Η απαγόρευση αυτή  προστατεύει μεν την ορθή διεξαγωγή της δίκης, αλλά παράλληλα διασφαλίζει την προστασία αυτής καθαυτής της δίκης από τον εγγενή θεατρικό της χαρακτήρα. Η ποινική δίκη εμπεριέχει στοιχεία θεατρικής παράστασης, αλλά δεν είναι θέαμα. Το αίτημα να υπαχθεί στους κανόνες του θεάματος αντανακλά τις κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας μας, που λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με βάση τις αρχές του θεάματος και τείνει να αποδώσει πρωτεύουσα σημασία στην εικόνα έναντι του λόγου.

Τι ακριβώς προσθέτει η μετάδοση της εικόνας όταν το περιεχόμενο της δίκης αποτυπώνεται ουσιαστικά μέσω του λόγου; Ποια ενημερωτική ανάγκη του κοινού καλύπτεται από τη μετάδοση της εικόνας του κατηγορούμενου στο εδώλιο, των μαρτύρων ενώ καταθέτουν ή των συνηγόρων ενώ αγορεύουν; Δεδομένου ότι οι εικόνες των μαρτύρων και των συνηγόρων στερούνται οποιουδήποτε ουσιώδους ενημερωτικού ενδιαφέροντος, η εικόνα του κατηγορούμενου στο εδώλιο ικανοποιεί πρωτίστως την περιέργεια ενός αδηφάγου κοινού που προσδοκεί να τον δει στο συμβολικά ταπεινωτικό εδώλιο ή να παρατηρήσει τυχόν εκφράσεις του προσώπου του για να επιβεβαιώσει την εικόνα που έχει ήδη σχηματίσει γι’ αυτόν. Παρεμφερής ικανοποίηση ενός κοινού βουλιμικού για συναισθηματικά φορτισμένη επικαιρότητα παρέχεται από τη φωτογραφική αποκάλυψη των συναισθημάτων του θύματος ή της οικογένειάς του κατά τη διεξαγωγή της δίκης.

Η νοερή συμμετοχή του κοινού στην ποινική δίκη απαιτεί την προσφυγή στην εικόνα ως συνοδευτική, αν όχι ενισχυτική, του λόγου. Φαινομενικά λογική, στο βαθμό που αντανακλά την ευρύτερη δυναμική υποκατάστασης του λόγου από την εικόνα ως μέσο επικοινωνίας, η απαίτηση αυτή αποκαθηλώνει όμως την ποινική δίκη εξισώνοντάς την με οποιοδήποτε άλλο θεαματικό γεγονός της επικαιρότητας – από τις διαδηλώσεις μέχρι τις φυσικές καταστροφές. Από την άλλη μεριά, η απαίτηση αυτή δεν εγείρεται για όλες τις δίκες έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Δεν ετέθη παρεμφερές ζήτημα π.χ. κατά τη διεξαγωγή της δίκης για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη ή της δίκης για την επίθεση σε βάρος της Ιωάννας Παλιοσπύρου. Ούτε είχε τεθεί παρεμφερές ζήτημα τα τελευταία χρόνια κατά τη διεξαγωγή δικών για τη δράση ένοπλων οργανώσεων.

Η αξιοπιστία της ποινικής δίκης έχει κλονιστεί σε βάθος χρόνου από πολλαπλές απαξιώσεις λόγω ιδεολογικά φορτισμένων δικαστικών αποφάσεων, συχνής παραβίασης της αρχής της δημοσιότητας, υπερβολικής αυστηρότητας ή ηπιότητας των ποινών με κριτήρια εξωνομικά, κοκ. Οι προσπάθειες για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της δεν πρέπει να πέσουν όμως στην παγίδα της αλλοίωσης της ουσίας της ωθώντας την προς τη θεαματοποίηση.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια